Τα ξεφωνητά ζύγωναν. Οι αντάρτες ήταν δίπλα, για να πάρουνε τη Ράνω. Την τράβηξαν έξω, καταπόδι της βγήκε η αδερφή της, η Τάσαινα Μπαρτζώκη, τώρα οχτώ μηνών έγκυος. Οι αντάρτες γυρίσανε τα όπλα τους καταπάνω στην Τάσαινα και την πρόσταξαν να ξαναμπεί στο σπίτι, ύστερα όρμησαν στην αυλή του Γκατζογιάννη, δύο άντρες σταθήκανε δεξιά κι αριστερά στην αυλόπορτα, δύο άλλοι σπρώχνοντας μπήκανε στο σπίτι.
Η Όλγα κείτονταν στα στρωσίδια με το δεμένο πόδι της πάνω σ' ένα σκαμνί, και ο Νικόλας με τη Φωτεινή ζάρωσαν στις γωνιές.
Οι υπόλοιποι έκαμαν ν' αγκαλιάσουνε την Κάντα, όμως η μικρή σηκώθηκε και είπε ήσυχα στον επικεφαλής αντάρτη: «Είμαι έτοιμη. Δε χρειάζεται να με βαρέσεις».