Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

«Ναζί: Οι βάρβαροι του 20ού αιώνα»,ΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Σύμφωνα με τον γεννηθέντα στη Μόναχο συγγραφέα Γιώργο Λεκάκη 
[1]  (άρα πρόκειται για έναν πολύ καλό γνώστη του θέματος) και μας δίνει πολλές πληροφορίες στα βιβλία του «Αρχαιοκαπηλίες των Γερμανών στην Ελλάδα επί Κατοχής»  και «ΝΑΖΙ: Οι Βάρβαροι του 20ουΑιώνα», (Εκδόσεις ΚΑΔΜΟΣ) για το Έθνος αυτό.
Όπως αναφέρει στα βιβλία και τις ανά την Ελλάδα διαλέξεις του, το όνομά τους «Γερμανοί» προέρχεται από το λατινικό ρήμα gero που στα ελληνικά σημαίνει φέρω. Άρα οι Γερμανοί αποτελούν ένα συνονθύλευμα εθνών οι οποίοι φέρουν, κουβαλούν, αν θέλετε λαφυραγωγούν, απ’ όπου κι αν περνούν τα πάντα στο πέρασμά τους. Μια ερμηνεία που δεν θα άρεσε ούτε στον Χίτλερ ούτε στην κα Μέρκελ φυσικά. Πάντως για μας τους Έλληνες αυτό το συνονθύλευμα κάποτε κατοικούσε σε μέρος της Ευρώπης, μεταξύ των Καρπαθίων Ορέων, του Βόρειου Ωκεανού και των ποταμών Ρήνου και Βιστούλα. Οι Πρώσσοι ήσαν εκείνοι που ένωσαν τα γερμανικά φύλα: Βαβαροί/Παβαροί, Βάνδαλοι. Από αυτούς προέρχεται ο όρος βανδαλισμός η συστηματική μερική ή ολική καταστροφή έργων τέχνης και πολιτισμού. Οι Βάνδαλοι συνήθιζαν κατά τις εκστρατείες τους να καταστρέφουν έργα τέχνης από τους τόπους των κατακτήσεών τους. Κατέστρεφαν κυρίως αγάλματα, αφαιρώντας συνήθως τις μύτες και τα αυτιά των προσώπων κι αυτό με αφορμή μια προκατάληψη που έλεγε πως τα αγάλματα διαθέτουν ψυχή και έτσι, καταστρέφοντάς τα, αφαιρούσαν τη δυνατότητα να εισέρχεται και να εξέρχεται η ψυχή μέσα στο άγαλμα. Στη συνέχεια προχώρησαν και σε καταστροφές άλλων μορφών τέχνης
Στις μέρες μας, ο όρος βανδαλισμός έχει λάβει μια ευρύτερη διάσταση, μη περιοριζόμενος στην καταστροφή έργων τέχνης, αλλά στην καταστροφή γενικότερα ιδιωτικής ή δημόσιας περιουσίας.
Άλλα γερμανικά φύλα ήσαν οι Βαστάρνες, Βοταβοί, Βρικάντιοι, Βαρύκτεροι, Γαμαβριούιοι, Γότθοι, (οι αρχαίοι τους ονόμαζαν Γέτες, Σαρμάτες και Σκύθες), Βυτεμβέργιοι, Ερμόνδοροι, Έρουλοι (αυτοί παρέμεναν κανίβαλοι έως τον Μεσαίωνα[2],  Ζούμοι, Κασούαροι ή Κασούβοι, Καύκοι ή Καύχοι, Κίμβροι, Κούαδοι, Λούιοι, Λύγιοι ή Λούγιοι, Μαρκομάνοι, Μάρσοι, Μενάπιοι, Νωρικοί, Ούβιοι, Ουινδελικοί, Ραιτοί, Σάλιοι, Σάξωνες, Σέμνωνες, Σιλίγγες, Σύγαμβροι, Σούηβοι, Τεκτόσαγες, Τεύτονες, Χάττοι, ή Χατουάριοι, Χαύκοι, Χηρούσκοι. Όλα αυτά τα γερμανικά φύλα συνενώθηκαν και πραγματοποίησαν την εθνική ενότητα της Γερμανίας κατά τον Γ. Λεκάκη. Περιττό να πούμε ότι οι Γερμανοί συγκαταλέγονται ως 3οι στον κόσμο σε συλλογή αρχαιοτήτων στον πλανήτη μετά τους αποικιοκράτες Άγγλους και Γάλλους φυσικά. Ο κατάλογος των κλοπών, λεηλασιών, καταστροφών και αυθαιρεσιών των Γερμανών επί κατοχής είναι τεράστιος. Όταν οι Έλληνες αρχαιοφύλακες στην Κατοχή έκαμαν παρατηρήσεις στους κλέπτες Γερμανούς, η συνήθης απάντηση  ήταν «μην ενδιαφέρεσθε, γιατί αυτά δεν είναι δικά σας…».
Όσον αφορά τον κανιβαλισμό, κρούσματα ανθρωποφαγίας δεν έχουν πάψει μέχρι σήμερα να αναφέρονται. Τέτοιες διάσημες περιπτώσεις ανθρωποφαγίας Γερμανών ήταν:ο Armi Meiwes ένας αποσυρμένος και παθητικής συμπεριφοράς κάτοικος του Ρότεμπουργκ της Γερμανίας. Το 2001 ανάρτησε μια διαφήμιση στο διαδίκτυο ότι ψάχνει να βρει έναν αθλητικού παραστήματος άνδρα 18-30 χρονών να τον σφάξει και να τον φάει. Απίστευτο αλλά αληθινό έλαβε απάντηση από έναν άλλον Γερμανό τον Bernd Jürgen Brandes. Συναντήθηκαν και ανήμερα τα Χριστούγεννα προχώρησαν στην απίστευτη διαδικασία της ανθρωποσφαγής και ανθρωποφαγίας την οποία μάλιστα βιντεοσκόπισαν. Ο  Meiwes συνελήφθη όταν απεκάλυψε λεπτομέρειες του εγκλήματος στο οποίο συμμετείχε. Στο δικαστήριο ανέφερε ότι το θύμα του έδωσε την συγκατάθεσή του στην ανθρωποφαγία. Εκτίει ισόβια δεσμά σε Γερμανική φυλακή.
Ο Ιωακείμ Κρολλ ή αλλιώς ο κανίβαλος του Ρουρ. Γεννήθηκε στο Χίντεμπουργκ της Ναζιστικής Γερμανίας το 1933 και πέθανε από έμφραγμα στη φυλακή που βρισκόταν ισόβια στο Ράινμπαχ της Γερμανίας, τον Ιούλη του 1991 σε ηλικία 58 ετών. Φυλακίστηκε ισόβια για 8 φόνους ενώ ομολόγησε 14. Ανάμεσα στα όσα αποκάλυψε ο Kroll είπε ότι συχνά έκοβε κομμάτια σάρκας από τα θύματά του τα μαγείρευε και τα έτρωγε και ισχυρίσθηκε πως το έκανε για να μην ξοδεύεται αγοράζοντας κρέας από τα μπακάλικα. Ήταν περίπου 65 ετών όταν έπειτα από τον 6ο φόνο του, δοκίμασε το ανθρώπινο κρέας και όπως δήλωσε ανακάλυψε ότι είχε πάθος γι’ αυτό.
Ο Καρλ Ντένκε ήταν επίσης ένας κατά συρροή δολοφόνος. Γεννήθηκε στο Μάστερμπουργκ της Σιλεσίας στη Γερμανία, σημερινή Ζίμπιτσε της Πολωνίας. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την παιδική κι εφηβική του ηλικία. Στην ενηλικίωσή του ήταν σεβαστό μέλος της μικρής κοινωνίας και μάλιστα εργαζόταν σαν οργανίστας στην τοπική εκκλησία. Τον Δεκέμβρη του 1924 ο Karl Denke συνελήφθη αφού επιτέθηκε σε έναν άνδρα στο σπίτι του με ένα τσεκούρι. Η αστυνομία ερεύνησε το σπίτι του και βρήκε ανθρώπινες σάρκες διατηρημένες σε τεράστια βάζα μέσα σε συντηρητική άλμη.Ένας κατάλογος που βρέθηκε περιείχε λεπτομέρειες που αφορούσαν τη δολοφονία 40 ανθρώπων που ο Ντένκε είχε δολοφονήσει και έτρωγε από το 1909 μέχρι την σύλληψή του.Πιστεύεται ότι πουλούσε τη σάρκα των θυμάτων του στην αγορά του Μπρεσλάου σημερινό Βροκλόβ. Μια μέρα μετά τη σύλληψή του 22 Δεκέμβρη του 1924, κρεμάστηκε στο κελί του από τις τιράντες του, που όπως αποδείχτηκε, ήταν φτιαγμένες από ανθρώπινο δέρμα.
Ο Friedrich Heinrich Karl ή αλλιώς «Fritz» Haarmann γεννήθηκε τον οκτώβριο του 1879. Γνωστός σαν χασάπης του Ανόβερου. Θεωρήθηκε υπεύθυνος για το θάνατο 27 αγοριών και νεαρών ενηλίκων που εξαφανίστηκαν μεταξύ 1918 και 1924.  – April 15, 1925).Ο Haarmann ήταν καρφί της ασφάλειας και συχνά κατέδιδε άλλους εγκληματίες στην αστυνομία. Μέχρι τη σύλληψή του δεν πήγε στο μυαλό κανενός ότι ο κατά συρροή δολοφόνος των αγοριών ήταν το όργανό τους. Κυνηγούσε ερωτικά τα αγόρια και τα προσέλκυε στο μικρό δωμάτιο που έμενε, τριγυρίζοντας στο σταθμό του τραίνου του Ανόβερου. Ευχαριστιόταν να βασανίζει τα θύματά του μέχρι θανάτου. Τα πτώματα τα έκανε λουκάνικα και μετά πουλούσε το μαλλί και το «γουρουνίσιο» κρέας των θυμάτων του στη μαύρη αγορά. Αυτά σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης φτώχιας και μεγάλης ανεργίας στη Γερμανία μετά τον Α΄ παγκόσμιο Πόλεμο. Βρέθηκε ένοχος για τους 24 φόνους από τους 27. Καταδικάστηκε εις θάνατο δι’ αποκεφαλισμού στη Γκιλοτίνα τον Απρίλη του 1925. Τα τελευταία λόγια του Φριτζ ήταν: «Μετανοώ, αλλά δε φοβάμαι τον θάνατο».
Ο Γκεόργκ έδρασε ως κανίβαλος και αυτός μετά τον Α΄ Παγκόσμιο. Έφερνε μεθυσμένες πόρνες στο σπίτι του, έκανε σεξ μαζί τους και μετά τις τεμάχιζε και την επομένη μέρα πουλούσε το κατακερματισμένο πτώμα τους,  για μοσχαρίσιο ή χοιρινίσιο κρέας. Συνελήφθη όταν ο σπιτονοικοκύρης του κάλεσε την αστυνομία διότι άκουσε έναν φοβερό καυγά του Γκεόργκ με μια πόρνη. Μέσα στο σπίτι του βρέθηκε ένα φρεσκοκομμένο πτώμα και ίχνη από τα διαμελισμένα κορμιά τριών κοριτσιών.

ΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

10 Ιουνίου 1944: Η σφαγή του Διστόμου
223 άμαχοι, παιδιά, γυναίκες, άνδρες, ηλικιωμένοι, ζητούν δικαίωση για τη θυσία τους.
Η έστω και καθυστερημένη, κυριολεκτικά στο παρά πέντε, απόφαση της κυβέρνησης να παρέμβει στη Δίκη της Ιταλίας κατά της Γερμανίας που διεξάγεται στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και η διεκδίκηση των αποζημιώσεων για τη σφαγή των κατοίκων του Διστόμου από άνδρες των SS στις 10 Ιουνίου 1944 αποτελούν μια ύστατη προσπάθεια να αποδοθεί Δικαιοσύνη για ένα μεγάλο έγκλημα. Και δεν ήταν το μόνο που διέπραξαν οι κατακτητές στο διάστημα 1941-1943.
Καλάβρυτα, Χορτιάτης, Κομμένο, Κάνδανος, Σκοπευτήριο Καισαριανής είναι μερικοί μόνο από τους τόπους-θέατρα της ανείπωτης τραγωδίας που έζησαν χιλιάδες Έλληνες άμαχοι εκείνα τα τραγικά χρόνια. Ο κατάλογος των τόπων θυσίας είναι μακρύς.
Οι σφαγές με στόχο την τρομοκράτηση των αμάχων για να μην ενισχύουν τους αντάρτες που μάχονταν τους κατακτητές, ατελείωτες.
Μία από τις μεγαλύτερες μαζικές σφαγές είναι και αυτή του Διστόμου. Οι ναζί εκτέλεσαν 223 αμάχους ύστερα από μια σύντομη μάχη με τους αντάρτες στο Στείρι που είχαν ως αποτέλεσμα οι γερμανικές δυνάμεις να υποστούν μικρές απώλειες. Γι’ αυτή τη σφαγή ουδείς από τους αυτουργούς πλήρωσε.
Και μόνο ο στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι, διοικητής του Σώματος Στρατού στο οποίο υπαγόταν η μονάδα των σφαγέων του Διστόμου καταδικάστηκε στη Νυρεμβέργη σε 15 χρόνια. Και από αυτή την ποινή εξέτισε μόνο τα τρία χρόνια.
Οι δολοφόνοι
ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΛΕΡ:
Ανώτατος διοικητής των γερμανικών δυνάμεων νοτιοανατολικής Ευρώπης. Τον Οκτώβριο του 1942 εξέδωσε διαταγή για την εφαρμογή μαζικών αντιποίνων.
Ο άμαχος πληθυσμός μιας περιοχής στην οποία σημειωνόταν μια αντιστασιακή ενέργεια θεωρείτο συνυπεύθυνος και οι κάτοικοι συλλαμβάνονταν και εκτελούνταν.
Με το τέλος του πολέμου συνελήφθη από τους Βρετανούς οι οποίοι τον παρέδωσαν στους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους του Τίτο. Δικάστηκε το 1947 στο Βελιγράδι και εκτελέστηκε για εγκλήματα πολέμου σε βάρος των λαών της Γιουγκοσλαβίας και της υπόλοιπης Βαλκανικής.
ΧΕΛΜΟΥΤ ΦΕΛΜΙ:
Γερμανός στρατηγός, διοικητής του 68ου Σώματος Στρατού. Ο μοναδικός Γερμανός αξιωματικός που καταδικάστηκε για το Δίστομο.
Ήταν κατηγορούμενος στη λεγόμενη «υπόθεση των επτά» της δίκης εγκληματιών πολέμου στη Νυρεμβέργη στη διετία 1947-1948. Μεταξύ των κατηγοριών ήταν και αυτή για τη σφαγή του Διστόμου. Στην απόφαση αναφέρεται ότι «δεν εξεδήλωσε ενδιαφέρον για να επιβάλει στον υπεύθυνο αξιωματικό την ανάλογη ποινή» για τη σφαγή. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση 15 ετών, αλλά έπειτα από τρία χρόνια ο Αμερικανός επίτροπος στη Γερμανία μείωσε την ποινή στα τρία χρόνια και αφέθη ελεύθερος
ΧΑΪΝΤΣ ΖΑΜΠΕΛ:
Διοικητής της ομάδας εφόδου των SS στη Λειβαδιά. Συνελήφθη από τους Γάλλους στη Γερμανία και εκδόθηκε στην Ελλάδα. Παρέμεινε στις ελληνικές φυλακές έως το 1953. Η κυβέρνηση της τότε Δυτικής Γερμανίας άσκησε έντονες πιέσεις για την αποφυλάκισή του και ο γερμανικός Τύπος της εποχής τον χαρακτήριζε «τελευταίο Γερμανό αιχμάλωτο πολέμου στην Ελλάδα».
Η Ελλάδα τον άφησε ελεύθερο έπειτα από διαβεβαιώσεις ότι θα συνεχιζόταν η δικαστική διαδικασία στη Γερμανία. Απαλλάχτηκε από την πρώτη «έρευνα» (1953-1954) γιατί ο Γερμανός δικαστής έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η συμμετοχή του στη σφαγή στο Δίστομο και στο Καλάμι. Μια δεύτερη έρευνα έγινε το 1969, αλλά η εισαγγελία του Μονάχου απεφάνθη ότι τα εγκλήματά του είχαν παραγραφεί ήδη από το 1964.
ΚΟΥΡΤ ΡΙΚΕΡΤ:
Διοικητής του 1ου Τάγματος του 7ου Συντάγματος Τεθωρακισμένων Γρεναδιέρων των SS που είχε εγκατασταθεί στη Λειβαδιά από την 1η Ιουνίου 1944 για «λόγους ασφαλείας της περιοχής». Έδωσε τη διαταγή για την επιχείρηση στο Δίστομο. Η υπόθεσή του ερευνήθηκε μαζί μ’ αυτή του Ζάμπελ και απαλλάχτηκε κι αυτός λόγω παραγραφής.
ΦΡΙΤΣ ΛΑΟΥΤΕΝΜΠΑΧ:
Επικεφαλής της ομάδας των SS που έκανε τη σφαγή του Διστόμου. Στις «ανακρίσεις» που διέταξαν οι ανώτεροί του για τις εκτελέσεις ελέγχθηκε μόνο για «λανθασμένη υπηρεσιακή αναφορά».
Ο Λάουτενμπαχ υποστήριξε ότι χτυπήθηκε από ισχυρή ομάδα ανταρτών του ΕΛΑΣ όπου έχασε πέντε άνδρες και γι’ αυτό διέταξε να χτυπηθεί το Δίστομο βαφτίζοντας τους αμάχους, γυναίκες, γέρους και παιδιά, ένοπλους αντάρτες: «Καταμετρήθηκαν 250 έως 300 νεκροί ύποπτοι για συμμετοχή σε αντάρτικη ομάδα αλλά και μέλη της». Ο Λάουτενμπαχ σκοτώθηκε τον Οκτώβριο του 1944 κατά την υποχώρηση των Γερμανών από την Ουγγαρία.
ΚΑΡΛ ΣΙΜΕΡΣ:
Διοικητής του Συντάγματος των Τεθωρακισμένων Γρεναδιέρων των SS στο οποίο υπαγόταν ο Λάουτενμπαχ, 38 ετών. Σκοτώθηκε από νάρκη στη Βόρεια Ελλάδα στις 18 Σεπτεμβρίου 1944 κατά την υποχώρηση των Γερμανών.
«Ενώθηκε το κρασί με το αίμα. Μια πηχτή κρέμα που πάνω της έπλεαν πτώματα»
Από το 1944 μέχρι σήμερα πολλοί ερευνητές έχουν καταγράψει τις μαρτυρίες των διασωθέντων από τη σφαγή του Διστόμου. Ο Στάθης Στάθας, μέλος του Δ.Σ. του Πολιτιστικού Συλλόγου Διστόμου, κατέγραψε μερικές συγκλονιστικές μαρτυρίες και τις δημοσίευσε στα «Ιστορικά» (τ. 241) της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία». Από αυτές τις μαρτυρίες δημοσιεύουμε σήμερα ορισμένα αποσπάσματα.
Παναγούλα Σκούτου (το γένος Μαλάμου), 13 χρονών τότε: «…Ο πατέρας μου μας προέτρεψε να κατεβούμε στο κατώι, να κλειστούμε και να περιμένουμε. Κατεβήκαμε και αμπαρωθήκαμε. Έφταναν ουρλιαχτά, άγριες κραυγές, πυροβολισμοί από τα διπλανά Καλαματέικα σπίτια.
Η αγωνία άρχισε να γίνεται τρόμος. Μερικές γυναίκες κρύφτηκαν πλάι στα βαρέλια, άλλες στις γωνιές στις λαδικές. Βάλαμε και τον πρόσθετο σύρτη-μάνταλο στην πόρτα.
Έπεσε μια θανατερή ησυχία. Κάποια στιγμή ακούμε στην αυλή τη φωνή, τη στριγκλιά φωνή ενός γειτονόπουλου, του Λουκά του Παπανικολάου, να ζητάει βοήθεια: “Οχ, μπάρμπα Σπύρο, σώσε με!”. Έκλαιγε και φώναζε. Ο πατέρας μου μόλις κατεβήκαμε στο κατώι είχε βάλει και αβγά σε βαθύ πιάτο και κρασί σε κανάτι για να τα έχει ως φίλεμα στους Γερμανούς αν τυχόν και έρχονταν.
Μόλις άκουσε τη φωνή του Λουκά μου λέει: “Παναγούλα, φέρε τα τρόφιμα”. Άνοιξε την πόρτα (…) Ο πατέρας μου σηκώνει τα χέρια φιλικά και φωνάζει για να καταπραΰνει το Γερμανό: “Γκουτ μπόι” εννοώντας το τραυματισμένο παιδί. Ο Γερμανός όμως, άγριος, έκαμε νόημα να μπούμε στο κατώι, γρύλισε ένα “καπούτ” και αρνήθηκε τις προσφορές μας. Εμείς υπακούσαμε.
Μόλις πατήσαμε μέσα ορθώθηκε μπροστά στην πόρτα, έφερε καταπάνω μας το όπλο και με μια συνεχόμενη ριπή άρχισε να σκορπίζει το θάνατο πυροβολώντας ολόμπαντα (…) Το κατώι είχε μια κολόνα στη μέση. Πρώτος έπεσε και σωριάστηκε σ’ αυτήν ο πατέρας μου Σπύρος Μαλάμος, 67 χρόνων. Ύστερα η Μαρία Λάμπρου, 50 χρόνων. Η Μαριέττα Φιλίππου, γύρω στα 30.
Ήταν έγκυος και μαζί της σφάδαζε και το παιδί στην κοιλιά. Ο ανιψιός μου Στάθης Σταθάς, γιος της αδερφής μου Γιαννούλας, 5 χρόνων. Οι γάμπες του ήταν σκισμένες, χαραγμένες όπως σχίζουμε τις μπριζόλες και το κρέας του χυνόταν άσπρο στο χώμα.
Η Δήμητρα Μαλάμου, 38 χρόνων, με το γιo της Γιάννη, 8 χρόνων, καθισμένη σε γούρνα όπου βάζαμε βυτίνα λαδιού, με κομμένο σαν με λεπίδα το καύκαλό της και τα μυαλά της χυμένα στους ώμους σαν από μια γεμισμένη κούπα, και στον πανέμορφο λαιμό της.
Δεν ξέρω αλλά κρατήσαμε την ανάσα μας τόσο όσο δεν αντέχει ανθρώπινος οργανισμός. Αυτός συνέχισε να μας κλοτσάει όπως τα σφαχτά γρυλίζοντας “έι, έι” για να δει αν έχει μείνει κανένας ζωντανός. Μέσα σ’ αυτή την αβάσταχτη νέκρα πήγε κι έβγαλε τις κάνουλες από τα βαρέλια του κρασιού.
Άρχισε με βουή και φουρφουρητό να χύνεται το κρασί. Φυσούσε το κρασί κι ο ήχος του ο φριχτός γέμισε το κατώι. Ενώθηκε το κρασί με το αίμα των σκοτωμένων και έγινε μια θάλασσα αίματος και κρασιού, μια πηχτή κρέμα που πάνω της έπλεαν πτώματα και σερνόμαστε μωροζώντανοι…».
Παναγιώτης Σφουντούρης (6 χρονών τότε): «…Ήρθαμε στο σπίτι μας και αντικρίζω τη μάνα μου σκοτωμένη, γονατιστή στην αγκωνή στο τζάκι. Μόλις την ακούμπησα σωριάστηκε χάμω. Ο πατέρας μου ήταν σκοτωμένος πάνω στο κρεβάτι. Στο άλλο μικρό κρεβάτι, δίπλα στο τζάκι, ξεκοιλιασμένος ο αδερφός μου Νίκος, δύο χρόνων…».
Παναγιώτης Αν. Σεχρεμέλης (11 χρόνων τότε): «…Ξαφνικά χτύπησε η πόρτα και ανοίγοντας βλέπω δύο Γερμανούς με προτεταμένα τα αυτόματα να μας λένε να βγούμε έξω. Βγήκαμε στο μπαλκόνι και κατεβήκαμε στην αυλή, όπου μας ανέμεναν άλλοι τρεις Γερμανοί.
Τότε μας σπρώχνουνε όλους μπροστά στο φούρνο της αυλής μας. Η γιαγιά κατάλαβε ότι θα μας σκοτώνανε και μας τράβηξε προς το πλυσταριό, όπου βρισκόταν το αποχωρητήριο.
Ο καμπινές ήταν μια απλή γούρνα με δυο χοντρά ξύλα για να πατάμε. Γρήγορα η γιαγιά μου κάθεται στο μέρος και προσποιούμενη τη φυσική της ανάγκη με άρπαξε από το χέρι και με έβαλε μέσα στη γούρνα, καλύπτοντας το εξέχον κεφάλι μου με το σώμα της. Αυτό και με έσωσε!».
Η κοινή μοίρα Ελλήνων και Γάλλων αμάχων
Την ίδια μέρα που οι ναζί στρατιώτες εξολόθρευαν τους άνδρες τις γυναίκες και τα παιδιά του Διστόμου, μέλη των SS σκότωναν εκατοντάδες αμάχους στο χωριό Οραντούρ της κεντροδυτικής Γαλλίας κοντά στη Λιμόζ, στις όχθες του ποταμού Γκλαν.
Περισσότεροι από 800 άμαχοι, μεταξύ των οποίων ήταν 258 μαθητές και 30 νήπια, έπεσαν θύματα μιας ακόμη απερίγραπτης σφαγής. Όπως και στην περίπτωση του Διστόμου η δικαιολογία ήταν η ίδια: η δράση των ανταρτών Μακί). Οι στρατιώτες των SS μπήκαν στο Οραντούρ το μεσημέρι του Σαββάτου 10 Ιουνίου, την ώρα που οι συνάδελφοί τους στο Δίστομο ολοκλήρωναν το δολοφονικό τους έργο. Συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους στην πλατεία για να κάνουν δήθεν έλεγχο ταυτοτήτων. Όσοι προσπάθησαν να ξεφύγουν εκτελέστηκαν επί τόπου. Οι άνδρες των SS ξεχώρισαν τα γυναικόπαιδα και τα κλείδωσαν στην εκκλησία. Λίγο αργότερα έβαλαν φωτιά. Όσες γυναίκες και παιδιά βρίσκονταν μέσα στην εκκλησία κάηκαν.
Ορισμένες γυναίκες που προσπάθησαν να σωθούν σπάζοντας μια πόρτα εκτελέστηκαν με ριπές αυτομάτου, εκτός από μία που κατάφερε να ξεφύγει. Στη συνέχεια οι άνδρες του χωριού οδηγήθηκαν στο νεκροταφείο και σε διάφορες γεωργικές εγκαταστάσεις και εκτελέστηκαν όλοι.
Οι δολοφόνοι ήταν τόσο μεθοδικοί που εξέταζαν ένα ένα τα πτώματα. Αν έβλεπαν ότι κάποιος δεν είχε ξεψυχήσει του έδιναν τη χαριστική βολή. Στη συνέχεια σκέπαζαν τα πτώματα με ξύλα και τα έκαιγαν.
Το μεγαλύτερο μέρος των ναζί έφυγε από το χωριό μετά τις 10 το βράδυ. Πήγαν στο γειτονικό Ντιέλ όπου γιόρτασαν την «επιτυχή εξέλιξη» της επιχείρησής τους. Στο χωριό έμεινε ένα μικρό τμήμα σε ένα σπίτι, το μοναδικό που δεν είχαν πυρπολήσει. Οι άνδρες του τμήματος πέρασαν τη νύχτα τους τραγουδώντας και πίνοντας σαμπάνια…
Στις 16 Αυγούστου 1943 άνδρες της επίλεκτης 0ρεινής Μεραρχίας «Εντελβάις» της Βέρμαχτ (Γερμανοί και Αυστριακοί) σκότωσαν κατά το φρικιαστικότερο τρόπο 317 Έλληνες αμάχους στο χωριό Κομμένο της Άρτας: 97 παιδιά μέχρι 15 ετών, 14 ηλικιωμένους 67 έως 75 ετών, 119 γυναίκες 16 έως 65 ετών και 87 άνδρες 16 έως 65 ετών με τη δικαιολογία ότι στο χωριό εμφανίστηκε τμήμα ανταρτών. Έπειτα από χρόνια ένας σημαντικός Γερμανός ερευνητής, ο Χέρμαν Φρανκ Μάγερ (1940-2009), γιος αξιωματικού της επιμελητείας της Βέρμαχτ που αιχμαλωτίσθηκε από τους αντάρτες και εκτελέσθηκε, ψάχνοντας τα ίχνη του πατέρα του, βρέθηκε μπροστά σε συγκλονιστικά στοιχεία για τη δολοφονική δράση των επίλεκτων μονάδων των ναζί στην Ελλάδα.
Έπειτα από έρευνα δεκαετιών στα γερμανικά αρχεία έγραψε με παραδειγματική αντικειμενικότητα και επιστημονικότητα δύο σημαντικά βιβλία (εκδόσεις Εστία). Το πρώτο με τίτλο «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης Μεραρχίας Καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα», αναφέρεται στη σφαγή στα Καλάβρυτα. Στο δεύτερο, με τίτλο «Αιματοβαμμένο εντελβάις – 1η Ορεινή Μεραρχία, το 22ο Ορεινό Σώμα Στρατού και η εγκληματική δράση τους στην Ελλάδα 1943-1944» (σ.σ. το αλπικό λουλούδι ήταν το διακριτικό σήμα των ανδρών της Μεραρχίας στους σκούφους και τα μανίκια της στολής τους), ο συγγραφέας μίλησε με επιζώντες της Μεραρχίας οι οποίοι, παρά τις προσπάθειές τους να συσκοτίσουν τα γεγονότα, είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικοί για την αγριότητα των δυνάμεων Κατοχής και το βάρος του εγκλήματος.
Πριν παραθέσουμε μερικές από αυτές τις μαρτυρίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο (από το οποίο προέρχονται και η φωτογραφία) αξίζει να σημειώσουμε μια σημαντική λεπτομέρεια: Έντεκα χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου στην τότε Δυτική Γερμανία ανασυστάθηκε η «Εντελβάις» με το ίδιο διακριτικό ως επίλεκτη μονάδα της Μπούντεσβερ, του στρατού της Ο.Δ. Γερμανίας. Η μονάδα στελεχώθηκε από πρώην αξιωματικούς της χιτλερικής Μεραρχίας και 1.000 «παλαίμαχους» που είχαν πάρει μέρος στις σφαγές στην Ελλάδα και τη Σερβία. Μάλιστα ένας από αυτούς, ο Καρλ Βίλχελμ Τίλο, που έγινε διοικητής της Μεραρχίας, έφτασε μέχρι το βαθμό του αντιστράτηγου και αποστρατεύθηκε ως αναπληρωτής επιθεωρητής της Μπούντεσβερ, συμμετείχε στο επιτελείο της μονάδας που έκανε τη σφαγή στο Κομμένο, ήταν ο εισηγητής και οργανωτής της επιχείρησης και κατηγορήθηκε για εγκλήματα πολέμου στην Ελλάδα και το Μαυροβούνιο.
Στρατιώτης Ότο Γκόλντμαν (18 χρόνων τότε, από τη Βιέννη): «…Ήδη από την έναρξη της επιχείρησης συζητούνταν σε ολόκληρο το στρατόπεδο ότι κάποιος αξιωματικός της μονάδας είχε δεχτεί πυρά στο χωριό, αλλά είχε καταφέρει να διαφύγει. Αμέσως αφότου κατεβήκαμε από το φορτηγό συγκεντρωθήκαμε και κάποιος αξιωματικός της μονάδας μάς έδωσε τη διαταγή πως σ’ αυτή την επιχείρηση αντιποίνων δεν έπρεπε κανένας Έλληνας να εγκαταλείψει το χωριό ζωντανός. Ο αξιωματικός μας είπε χαρακτηριστικά: “Να θερίσουμε τους πάντες”».
Δεκανέας Καρλ Ντεφρέγκερ: «Από την πλευρά των κατοίκων δεν υπήρξε καμία αντίσταση. Ούτε ένας πυροβολισμός δεν έπεσε προς το μέρος μας και δεν είχαμε τραυματίες (…) Θυμάμαι ακόμη ακριβώς ότι προσπάθησα να σώσω τέσσερα παιδάκια περίπου 3 έως 5 ετών. Τα έκρυψα κάτω από μια κουβέρτα. Δεν ξέρω αν τελικά ανακαλύφθηκαν αργότερα και εκτελέστηκαν».
Στρατιώτης Γιόζεφ Ριντλ: «Οι κάτοικοι του χωριού που προσπαθούσαν να διαφύγουν εκτελούνταν. Το ίδιο ίσχυε και για όσους κρύβονταν μέσα στα σπίτια. Ρίχναμε χειροβομβίδες μέσα στα σπίτια και μετά πυροβολούσαμε με καραμπίνες και αυτόματα όπλα μέσα από κλειδαμπαρωμένες πόρτες. Η επίθεση κράτησε αρκετές ώρες. Πολλά πτώματα κάηκαν μέσα στα σπίτια και η δυσοσμία ήταν αφόρητη».
Νοσοκόμος Γιόχαν Έκερ: «Ήδη από την είσοδο του χωριού άκουγα στρατιώτες να φωνάζουν ο ένας στον άλλο: “Πυροβόλησε εσύ! Εγώ δεν μπορώ! Κουβαλάς πολυβόλο ή αυτόματο και είναι πιο εύκολο για σένα. Εγώ πρέπει να σημαδεύω!”».
Υποδεκανέας Άντον Τσίγκλερ (απαντώντας σε ερώτηση πώς αισθανόταν μετά τη σφαγή): «Είναι σαν να κόβεις χόρτα. Γίνεται πολύ γρήγορα. Μετά ησυχία. Καμία κραυγή, καμία αναστάτωση. Μετά ησυχάζεις (…) Βλέπω ακόμη και σήμερα τις γυναίκες και τα παιδιά που στήθηκαν μπροστά στον τοίχο, πως άρχισαν να ουρλιάζουν προσπαθώντας να κρυφτούν πίσω από τα τελάρα. Ήμουν τόσο ταραγμένος που θα αναγκαζόμουν να πυροβολήσω γυναικόπαιδα…».
Άουγκουστ Ζάιτνερ: «Είδα τα πτώματα των πυροβολημένων να κείτονται στο χώμα. Ήταν όλοι νεκροί, δεν χωράει καμία αμφιβολία. Κάτι που μ’ έκανε πραγματικά να αηδιάσω ήταν πως ορισμένοι ασελγούσαν πάνω στα πτώματα. Είδα ο ίδιος στρατιώτες να χώνουν μπουκάλια μπίρας στα αιδοία των νεκρών γυναικών. Νομίζω πως είδα και πτώματα με βγαλμένα μάτια». Ο Ζάιτνερ απαντώντας στην ερώτηση αν οι συνάδελφοί του τοποθετούσαν στο στόμα βρεφών βαμβάκι ποτισμένο με βενζίνη και τα έκαιγαν απάντησε: «Είδα πράγματι παιδιά νεκρά τα οποία έφεραν στο πρόσωπο γύρω από την περιοχή του στόματος φρικτά εγκαύματα. Δεν γνωρίζω όμως εάν αυτό συνέβη ενόσω τα παιδιά ζούσαν ακόμη ή εάν κακοποιήθηκαν τα πτώματά τους».
Ούγκο Τούρι, Ιταλός, τότε επιλοχίας στην ιταλική Υπηρεσία Στρατιωτικών Πληροφοριών της μεραρχίας «Μοδένα» που έδρευε στην Άρτα. Βρέθηκε στο Κομμένο μία μέρα μετά τη σφαγή: «Είδα νεκρά μωρά καρφωμένα στις πόρτες αχυρώνων».
Μετά τη σφαγή ήρθε η ώρα των λεηλασιών και του γλεντιού.
Ο Άουγκουστ Ζάιτνερ κατέθεσε στις ανακρίσεις που έγιναν μεταπολεμικά: «Θα ήθελα να συμπληρώσω κάτι ακόμα που ρίχνει ένα χαρακτηριστικό φως στην όλη υπόθεση. Μετά το τέλος της επιχείρησης έγινε μεθοκόπι στο στρατόπεδο. Στο χωριό είχαν λαφυραγωγηθεί τρόφιμα και κρασί. Αυτό το κρασί το ήπιανε μέχρι τον πάτο, και μερικοί συνάδελφοι ήρθαν στο κέφι…». Στη λαφυραγώγηση πρωτοστάτησαν οι αξιωματικοί της μονάδας.
Φραντς Τόμασιτς (Αυστριακός από το Γκρουίσλα, 19 ετών τότε): «Μετά μας είπαν πως μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας λάφυρα. Οι στρατιώτες όμως ήταν τόσο εξαντλημένοι, που δεν άγγιξαν σχεδόν τίποτα από τα πράγματα που βρίσκονταν ολόγυρα. Μόνον οι αξιωματικοί φόρτωσαν στα φορτηγά λαφυραγωγημένα χαλιά και άλλα αντικείμενα αξίας».
Στα Καλάβρυτα έγινε μία από τις μεγαλύτερες σφαγές αμάχων στην κατεχόμενη από τους ναζί Ευρώπη. Περίπου χίλιοι άνδρες εκτελέστηκαν σε αντίποινα για την δράση αντάρτικων τμημάτων και την εκτέλεση Γερμανών στρατιωτών από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Από τους άνδρες που οδηγήθηκαν στον τόπο της θυσίας, λίγο έξω από την πόλη, επέζησαν μόνο 11 που προσποιήθηκαν τους νεκρούς μέσα στο σωρό των κορμιών που θέριζαν τα πολυβόλα και έτσι απέφυγαν τη χαριστική βολή. Ένας από αυτούς ήταν και ο Τάκης Σπηλιόπουλος. Η αφήγησή του από το βιβλίο τού Κ. Καλαντζή «Οι σφαγές των Καλαβρύτων» (εκδόσεις Αετός, Αθήνα 1945):
«…Πρωί πρωί, αρχίσανε να χτυπάνε οι καμπάνες δαιμονισμένα. Μαζευτήκαμε όλοι στο σχολείο. Τις γυναίκες τις έβαλαν μέσα στην αίθουσα κι εμάς τους άνδρες, από 14 ετών κι απάνου, όξω στο μεγάλο προαύλιο. Εκεί, ως ότου να μαζευτούνε όλοι, μείναμε ως τις 9. Κατά τις 9 και 10 μας διάταξαν να ξεκινήσουμε. Κανείς δεν ήξερε πού θα μας πήγαιναν. Ο ένας ρώταγε τον άλλον: “Πού θα μας παν; Θα μας σκοτώσουν; Ω, θεέ μου!”. Μπροστά πηγαίναν οι διανοούμενοι, οι παπάδες, οι γιατροί, οι δικηγόροι, οι καθηγητές και οι αξιωματικοί. Το βήμα μας ήτανε άτονο και κουρασμένο. Μας έβαλαν στο δρόμο του νεκροταφείου. Τρομάξαμε. Αρχίσαμε όλοι να βλέπουμε μπροστά μας το θάνατο. Σε λίγο φτάσαμε στο χωράφι του Καππή, που είναι πιο εκεί από το νεκροταφείο. Εκεί μας είπανε να σταματήσουμε. Σε απόσταση 40 μέτρων από μας έστησαν καμιά δεκαριά πολυβόλα. Σε κάθε πολυβόλο ήτανε δύο στρατιώτες.
- Κάτσετε, μας είπαν.
Άλλοι κάτσαν κι άλλοι έμειναν όρθιοι κουβεντιάζοντας και καπνίζοντας. Προσπαθούσαμε όλοι να μαντέψουμε το μεγάλο αίνιγμα που είχε ορθωθεί σαν διάβολος μπροστά μας. Οι Γερμανοί σουλάτσερναν γύρω μας ενώ πιο πάνου, μερικοί άλλοι, κράταγαν καραούλι. Φοβόντουσαν φαίνεται τους αντάρτες. Ίσως κιόλας να τους περίμεναν γιατί συχνά ο υπαξιωματικός έβαζε τα κιάλια του κι ερεύναγε γύρω τον τόπο. Έτσι εκεί κάτσαμε κάπου τρεις ώρες. Ήτανε ώρες που μας φανήκανε ατέλειωτες. Άξαφνα διαδόθηκε ανάμεσα σ’ όλους ότι οι Γερμανοί είπαν ότι δεν θα μας σκότωναν, παρά μας έφεραν εκεί, για να δούμε για τελευταία φορά τα καιόμενα Καλάβρυτα. Μετά θα φεύγαμε. Κανένας δεν το πίστεψε αυτό. Είχαμε καταλάβει όλοι πια το τέλος μας. Στις 11 και μισή ήρθε ένας άλλος Γερμανός αξιωματικός με έξι στρατιώτες. Έφερε ένα χαρτί και το ’δωσε στον αναθεματισμένο πυράρχη, που κράταγε στα χέρια του μια βίτσα και μας κύτταγε με περιφρόνηση. Ήταν κοντός. Μιας πιθαμής άνθρωπος. Κείνος το διάβασε και μετά είπε στον αξιωματικό να πάει πιο πάνου με τους στρατιώτες του. Η αγωνία μας κορυφώθηκε σαν είδαμε κείνο το χαρτί. “Τι να λέγει τάχα;” ρώταγαν όλοι. Ανάμεσα όμως σ’ αυτές τις ώρες είχανε πάρει φωτιά τα Καλάβρυτα.
Τότε ακούσαμε φωνές. Νομίσαμε πως σκότωσαν τα παιδιά και τις γυναίκες. Δεν μπορούμε με λόγια να σας πούμε τι αισθανθήκαμε κείνη τη στιγμή. Μας είναι αυτό αδύνατο. Στις 12 ακούσαμε το μεγάλο ρολόι να μετράει τις ώρες. Συμβολική στιγμή. Ζήσαμε όμως καμπόσο. Ίσως μισή ώρα. Ίσως… Δεν μπορούμε αυτά να τα καθορίσουμε. Πάντως έπειτα από λίγο φάνηκαν μερικές φωτοβολίδες. Οι διανοούμενοι άρχισαν να μιλάνε. Καθένας έλεγε και από δυο ζουμερά λόγια. Και μετά ο Καθηγητής Αθανασιάδης βγήκε λίγο πιο μπροστά κι άρχισε να βρίζει γαλλικά τον Τέννερ (σ.σ. ο πυράρχης που γνώριζε ελληνικά) και τους Γερμανούς. Ο Τέννερ τότε κάτι τραύλισε και κούνησε το χέρι του. Λάλησαν αμέσως τα πολυβόλα. Άλλοι σκοτώθηκαν με τις πρώτες ριπές κι άλλοι έπεσαν απλήγωτοι. Τότε ήρθαν πιο κοντά μας οι Γερμανοί κι άρχισαν στον καθένα να δίνουν τη χαριστική βολή. Ακούγαμε κλάματα παιδιών και χτύπους. Δεν βλέπαμε τίποτα. Παρασταίναμε το νεκρό. Είχαμε πάρει αίμα από τους διπλανούς κι είχαμε γιομίσει τα μούτρα μας και τα κεφάλια μας. Έναν έναν τον τράβαγαν για να δούνε αν πραγματικά ήταν πεθαμένος. Εμένα, λέει ο Γεωργαντάς, με τράβηξαν τρεις φορές. Φαίνεται πως κάποια φορά κουνήθηκα. Γιατί την τρίτη, μου έδωσαν τη χαριστική βολή που μου τρύπησε πέρα για πέρα το λαιμό…»
Αναφορά πηγές: http://istorikesphotografies.blogspot.com/2011/03/blog-post_8786.html#more
Τα ανωτέρω περιστατικά τα αναφέρουμε για να δείξουμε τα στοιχεία που διακρίνουν τον βασικό κοινωνικό χαρακτήρα των Γερμανών (ολοκληρωτικό χαρακτήρα κατά τον Έριχ Φρομ, το κονφορμιστικό αυτόματο και την ψυχολογία του ναζισμού)  στην  προσπάθειά μας να δώσουμε μια ερμηνεία του γεγονότος ότι τόσες σφαγές, λεηλασίες, ολοκαυτώματα  και ομαδικές καταστροφές, έγιναν κατά την περίοδο της γερμανικής Κατοχής.  Αλλά γι’ αυτά στο επόμενο μάθημα…
[1] Ο Λεκάκης Γιώργος (γεννήθηκε στο Μόναχο στις 17 Αυγούστου 1964) είναι Έλληνας κοινωνιολόγος, λαογράφος, συγγραφέας και δημοσιογράφος. Είναι μέλος του ΔΣ της Εταιρείας Μελέτης Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας (ΕΜΑΕΜ), του ΔΣ της Επιτροπής Ενημερώσεως επί των Εθνικών Θεμάτων (ΕΕΕΘ) και μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδικήσεως των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα. Είναι επίσης στιχουργός, θεατρικός συγγραφέας και έχει κυκλοφορήσει τρεις ποιητικές συλλογές.
[2] Λεκάκης Γεώργιος: Ναζί: «Οι Βάρβαροι του 20ού Αιώνα», ό.π.π. Έρουλοι και Γότθοι καταστρέφουν και κατακλέβουν το Αιγαίο, την Σάμο, την Αθήνα , την Κόρινθο, την Ολυμπία (3ο αιώνα μ.Χ.), οι Βησιγότθοι την Ελευσίνα το 365 μ.Χ. οι Οστρογότθοι την Μακεδονία το 473 μ.Χ. (σ.γ.: επιβεβαιώνοντας έτσι το όνομά τους Γερμανοί, οι φέροντες, οι λαφυραγωγούντες) σελ. 84.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ να γράφετε με Ελληνικούς χαρακτήρες και να είστε κόσμιοι στις εκφράσεις σας. Οποιοδήποτε άλλο σχόλιο με γκρικλις και ξένη γλώσσα θα διαγράφετε. Ευχαριστώ!

Έλληνες-ΑΥΤΗ Η ΓΗ ΕΧΕΙ ΦΩΝΗ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Έλληνες-ΑΥΤΗ Η ΓΗ ΕΧΕΙ ΦΩΝΗ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ