Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

ΣΠΥΡΟΥ ΜΕΛΑ: ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ

Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΜΕΛΑ:
ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ
(Δεν έχει κυκλοφορήσει ποτέ σε βιβλίο)
ΜΕΡΟΣ Α΄

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Οι Έλληνες είπανε τέσσερα μεγάλα «όχι» στη μακραίωνα ιστορία τους: Το πρώτο κατά των Περσών. Το δεύτερο κατά του Μωάμεθ του Πορθητή. Το τρίτο κατά της Ιερής Συμμαχίας, που στο Συνέδριο της Βιέννης απεφάσισε την παράταση της σκλαβιάς τους στον Τούρκο. Το τέταρτο στην ιταμή πρόσκληση της Ρώμης να παραδώσουν τη χώρα τους.
 
Το τελευταίο αυτό, είναι το ανώτερο. Όχι μόνο για τις κοσμοϊστορικές του συνέπειες. Αλλά γιατί, προ πάντων, για πρώτη φορά μέσα στη ροή των τόσων αιώνων της Ιστορίας τους παρουσιάζονται απόλυτα ενωμένοι – ένας άνθρωπος, μια ψυχή, μια σκέψη, ένα αίσθημα. Στους Μηδικούς πολέμους υπήρχαν κι Έλληνες που «εμήδιζαν» και Αθηναίοι, που επεισιστρατίδιζαν. Στο Βυζάντιο είδε ο Κωνσταντίνος ανθρώπους, που λιγοψύχησαν και καρτερούσαν από τη Δύση βοήθεια. Το Εικοσιένα είχε τους διστακτικούς του. Αλλά στο «όχι» του Ιωάννη Μεταξά το Ελληνικό Έθνος στάθηκε σύσσωμο στην απόφαση της Νίκης ή του Θανάτου, για να σκεπασθεί με δάφνες αμάραντες.
 
Αυτό είναι το κολοσσιαίο του κατόρθωμα. Κι όποιος το φαντάζεται σαν έργο τυχαίο κι αυτόματο (ακούστηκαν, κατά καιρούς και τέτοιες φλυαρίες) βρίσκεται μακριά πολύ από το νόημα της Ιστορίας. Τέτοιες υψηλές στιγμές στη ζωή των Εθνών δεν αυτοδημιουργούνται. Παρασκευάζονται από συγκροτημένες, εξαιρετικές προσωπικότητες, που βλέπουν μακριά και ξέρουν ν’ αποκρίνονται στις περιστάσεις, να κρατούν τα νήματα των μεγάλων ομάδων, κατέχοντας βαθιά το μυστικό να μεταχειρίζονται τα πάθη τους, για να τις κινούν προς σκοπούς ανώτερους. Αν ήτανε διαφορετικά δεν θ’ άξιζε να διαβάζει κανείς ούτε μισή σελίδα ιστορίας – πολύ λιγότερο να γράψει. Δεν θα ’χε να αποκομίσει κανένα δίδαγμα.
 
Μα πριν ν’ αρχίσω αυτή τη βιογραφία πρέπει να βγάλω από τη μέση αυτή την πελώρια βλακεία, που καλλιέργησε πολύ επιτήδεια ο κομμουνισμός και που λέγεται και ξαναλέγεται και γράφεται και ξαναγράφεται, ότι τάχα με τον ηρωικό του αγώνα, στα Βορειοηπειρωτικά βουνά, το Ελληνικό Έθνος ετσάκισε τον «φασισμό». Τι έχει να πει αυτό; Αν ο εισβολέας ερχότανε, δηλαδή, μ’ άλλη σημαία και όχι του «φασισμού», τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου, θα του ανοίγαμε τις πόρτες, «ορίστε, περάστε!»... Αυτές είναι ύπουλες κουβέντες της ψευτοδημοκρατίας και της κομμουνιστικής πανουργίας. Η Ελλάς δεν πολέμησε για ν’ αποκρούσει ένα πολιτικό σύστημα – αυτό το ίδιο σύστημα που τότε την κυβερνούσε – αλλά έναν εχθρό που ήθελε να καταλύσει την εθνική της ανεξαρτησία, να σφετερισθεί τα εδάφη της και να την κατακτήσει.
 
Αυτό το φοβερό κίνδυνο είδε να διαγράφεται ξάστερα στον ορίζοντα – πολύ πριν τον αντικρύσει οποιοσδήποτε άλλος από τους σύγχρονούς του – ο Ιωάννης Μεταξάς. Κι αυτός στάθηκε ο μοναδικός λόγος, που προσδιόρισε την πολιτική του ενέργεια και τη μορφή που της έδωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Από την ιστορία της δημιουργικής και μεγάλης περιόδου, που περιλαμβάνεται μεταξύ του 1912 και του 1940, τίποτα δεν θα ’χει καταλάβει κανείς, αν δεν ξεχωρίσει, ότι δύο εξαιρετικές – αλλά και πόσο διαφορετικές! – προσωπικότητες πολιτικές κατέχουν τη δεσπόζουσα θέση στο δράμα της: Ο Βενιζέλος και ο Μεταξάς. Αυτοί στάθηκαν οι μοναδικοί πρωταγωνιστές. Ο πρώτος στη σκηνή, ώς την ώρα του θλιβερού κινήματος, που τον έστειλε να πεθάνει μακριά από την πατρίδα, σ’ ένα διαμέρισμα της Παρισινής οδού Μπωζώμ· ο άλλος στα παρασκήνια, ώς την ώρα, που γυρίζοντας από την εξορία της Κορσικής και της Σιέννας, πέταξε οριστικά τα αμφιμασχάλια του επιτελικού αξιωματικού.
 
Οι συμφωνίες τους, οι διαφωνίες τους, κυριαρχούν και χρωματίζουν (αν όχι και προσδιορίζουν) όλες τις φάσεις των εθνικών μας αγώνων, σ’ αυτή τη μεγάλη περίοδο, που καταυγάζεται από τόσο φως, αλλά και βυθίζεται σε τόσες σκιές και τόσα σκότη. Νησιώτες και οι δυο (είναι αξιοσημείωτος ο ρόλος των νησιών στην προμήθεια πολιτικής ηγεσίας: Καποδίστριας, Βούλγαρης, Θεοτόκης, Βενιζέλος, Μεταξάς) κι από τις πιο γερές μας ράτσες: Και ποιος δεν αναγνωρίζει σήμερα, που τους είδαμε από πιο κοντά, την ορμή των Κρητικών, τη δύναμη, την κατακτητική τάση, που μόλις πέρασε το πρώτο δείλιασμα μετά την ένωση, όταν βρέθηκαν μπροστά στο πιο ραφιναρισμένο παλαιοελλαδίτικο περιβάλλον, ανέβηκαν ραγδαία στο πρώτο επίπεδο της ζωής μας· και ποιος δεν ξέρει το δαιμόνιο του Κεφαλλωνίτη, που θα τον βρεις παντού να θριαμβεύει στις επιστήμες και στις τέχνες, στις τολμηρές επιχειρήσεις, στα πιο παράτολμα φανερώματα της ενεργείας;

Τ’ οξύτατο μάτι του Βενιζέλου ξεχώρισε, μέσα στη μάζα των αξιωματικών, εκείνον, που θα γινότανε, σε λίγα χρόνια, ο πιο αδυσώπητος αντίπαλός του: Τον πρώτο, που σκέφθηκε, όταν μπήκε στο υπουργείο των Στρατιωτικών, ήταν ο Μεταξάς. Τον πήρε υπασπιστή του. Τον υπηρέτησε πιστά. Μα και τον μελέτησε, όσο λίγοι. Έτσι μπόρεσε να τον πολεμήσει, αργότερα, τόσο αποτελεσματικά. Ο Βενιζέλος τον ανέβασε όχι μόνο στις ανώτερες εκείνες επιτελικές θέσεις, όπου μπόρεσε να δείξει όλες του τις σπάνιες ικανότητες, αλλά και τον εχρησιμοποίησε ή τον πήρε και μαζί του σε λεπτές διπλωματικές αποστολές. Στη Σχολή του Βενιζέλου μαθήτευσε ο Μεταξάς, πριν αναλάβει, με τη σειρά του, να του δώσει, αργότερα, πικρά μαθήματα.
 
Ήτανε δυο φύσεις τόσο διαφορετικές, που η σύγκρουσή τους στάθηκε αναπόφευκτη. Ο Βενιζέλος είχε εμπνεύσεις, αστραπές, εκλάμψεις. Ο Μεταξάς την ήρεμη και προσεκτική μελέτη των στοιχείων κάθε προβλήματος. Ο Βενιζέλος διέθετε φαντασία, είχε πτήσεις. Ο άλλος ήτανε κεφάλι τετραγωνισμένο, πρώτος στα μαθηματικά από τα θρανία του γυμνασίου ώς τις ανώτερες σχολές του πολέμου. Ο Βενιζέλος έβλεπε διά της τεθλασμένης. Ο Μεταξάς «απλούς την σκέψιν», όπως μας λέει, στο χαρτί του, ένας από τους καθηγητές του της Σχολής των Ευελπίδων, έβλεπε κατ’ ευθείαν. Ο Βενιζέλος είχε τη σύλληψη της γενικής γραμμής, χωρίς να προσέχει λεπτομέρειες, ακόμα κι εκείνες, που, αν παραμεληθούν, μπορούν ν’ ανατρέψουν και να εκμηδενίσουν το γενικό σχέδιο. Ο Μεταξάς μελετούσε τις λεπτομέρειες μ’ ακρίβεια κι υπομονή. Ο Βενιζέλος ήτανε παρορμητικός, ραγδαίος στις αποφάσεις. Ο άλλος, χωρίς να του λείπουν τόλμη και αποφασιστικότητα, εζύγιζε στοχαστικά το κάθε τι. Έτσι ο Βενιζέλος διεψεύσθη, πολλές φορές, στις προβλέψεις του. Ο Μεταξάς βγήκε πάντα δικαιωμένος.
 
Πρόβλεψε την τραγική αποτυχία της εκστρατείας των Δαρδανελλίων (η πρώτη μεγάλη σύγκρουσή του με το Βενιζέλο, που την ήθελε) και τα πράγματα τον εδικαίωσαν.

Προέβλεψε την αποτυχία της Μικρασιατικής εκστρατείας (η δεύτερη μεγάλη διαφωνία του με το Βενιζέλο) και τα πράγματα τον εδικαίωσαν.

Η τρίτη μεγάλη πρόβλεψή του ήταν, ότι ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ερχόταν, έφθανε, αναπόφευκτος, άμεσος. Κι αυτή τη φορά δε δικαιώθηκε μονάχα: Έσωσε και δόξασε την Ελλάδα.

Το 1935 στάθηκε μια χρονιά σκληρά διδακτική για την πολιτισμένην ανθρωπότητα. Η διπλωματία της «πακτολατρείας», που φλυαρούσε στη Γενεύη, στο κρηπίδωμα του Λευκού Όρους, αφιονισμένη από το παιδικής αφελείας σύστημα των Συμφώνων διαιτησίας και μη επιθέσεως, δέχτηκε φοβερό χαστούκι από τον πιο ιταμό καραγκιόζη, που είδε ποτέ η γηραιά Ευρώπη: Ένα πρωί περνούσε από το Σουέζ, πληρώνοντας κανονικά τα διόδιά της στην κραταιά κλειδούχο των Θαλασσών – τη Μεγάλη Βρεταννία – μια επιβλητική νηοπομπή από μεγάλα και νεότευκτα ιταλικά καράβια, κατάφορτα μ’ αεροπλάνα, κανόνια, θωρακισμένα οχήματα, στρατό και προ πάντων (αυτό το σημείο έχει μεγάλη σημασία) υπερίτη...
 
Πού κατευθυνόταν η νηοπομπή αυτή; Και τι επήγαινε να κάμει; Να κάψει, απλούστατα, έναν αθώο και ήμερο χριστιανικό λαό, που δε διέφερε από κείνους, που συνεδρίαζαν στη Γενεύη, παρά μονάχα κατά το χρώμα του δέρματος: Ήταν οι δύστυχοι μελαψοί Αιθίοπες! Τ’ αεροπλάνα του κομποτίνου της «πολίτικα ντυνάμικα» υψώνοντο στον έκπληκτο αέρα του «Λευκού Άνθους» κι εφλιτάριζαν τους μαρτυρικούς υπηκόους του Χαϊλέ Σελασιέ σαν ασήμαντα κι ενοχλητικά έντομα. Οι λεγεώνες του μαυροχιτωνισμού, μετά τη φοβερή αυτή σπορά του τρόμου, εθέριζαν τους άοπλους υπερασπιστές της χώρας, υποδούλωναν τους άμαχους πληθυσμούς κι εθριάμβευαν. Η Αυτοκρατορία του καραγκιόζη καμάρωνε τους αετούς της, στους γνώριμους χώρους των παλιών της κτήσεων.
 
Και η Γενεύη;... Οι χριστιανικοί λαοί της και το νεοπαγές σύστημα της «ασφάλειάς» τους; Η οσμή των καιομένων ανθρωπίνων σαρκών δεν έφθανεν ώς τα γραφεία της Κοινωνίας των Εθνών. Για τα μάτια του Κόσμου εκίνησε την θεωρητικήν μηχανήν των περιφήμων «κυρώσεων», που δεν εμπόδισαν καθόλου την Ιταλία να τερματίσει, ανενόχλητα κι ευτυχισμένα, την κατάκτηση της Αιθιοπίας και να πανηγυρίσει, σε λιγότερο από ένα χρόνο, την άρση κι αυτών των αβλαβών «κυρώσεων» σαν πράξη συνετή της Βρεταννικής Αυτοκρατορίας!
 
Όλοι τα ζήσαμε αυτά. Ο προσεκτικός όμως και προβλεπτικός νους του Μετξά, τα ζύγιασε, τα ερμήνευσε κι ένιωσε τις επικείμενες συνέπειές τους. Αυτό τον καιρό – λένε οι δικοί του – είχε χάσει τον ύπνο του. Τρέχοντας μπροστά πολύ από τα γεγονότα, έβλεπε τα μαύρα σύγνεφα να πυκνώνουν, τη θύελλα να ’ρχεται και να ξεσπάζει. ΕΙΔΕ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ. Και πώς και με τι θα τον αντικρύζαμε;...
 
Ταξίδευα, στην ακολουθία του Βενιζέλου, για την Πόλη και τη Γιάλοβα, για τη γνωστή, προκαθορισμένη συνάντηση, με τον Ατατούρκ. Ο Μιχαλακόπουλος, απηχών την ανησυχία των στρατιωτικών μας κύκλων, είχε δημοσιεύσει άρθρο σ’ αθηναϊκή εφημερίδα, που ξεσκέπαζε ωμά τη φρικτή γυμνότητά μας από την άποψη της πολεμικής παρασκευής. Το δώσαμε στο Βενιζέλο να το δει. Το διάβασε, με τους γνωστούς εκείνους και τόσο γνώριμους σ’ εμάς, μικρούς και πνιγμένους στεναγμούς.
–Αυτή, δυστυχώς, – είπε – είναι η κατάσταση.
–Και τι θα γίνει – ρώτησα – αν κανείς μάς επιτεθεί;
 
Εσήκωσε το κεφάλι, για να πει περήφανα:
–Αν εγώ βρεθώ στα πράγματα, θα έχω τρόπο να τα βολέψω!
Πίστευε στο δαιμόνιό του και στο άστρο του. Και δεν είχε άδικο. Τα είχε «βολέψει» τόσες φορές! Όμως ένιωσα μια ψιλή ανατριχίλα: Κι αν τύχαινε να μη βρίσκεται αυτός στα πράματα! Τι θα γινότανε ο τόπος;...

Το ερώτημα, για το Μεταξά, ήτανε πολύ τραγικότερο. Γιατί αυτός δεν πίστευε ούτε σε δαιμόνια, ούτε σ’ άστρα. Είχε ζήσει στην πίκρα της μονώσεως, της συκοφαντίας και της αντιδημοτικότητος. Επί πλέον, όταν άνοιγε μπροστά του το χάρτη της Μεσογείου, δεν τον διάβαζε σαν διπλωμάτης, αλλά σαν έμπειρος στρατηγός, που μπορεί να ξέρει τον ρόλο της Τύχης, αλλά δεν εμπιστεύεται ποτέ σ’ αυτήν. Δεν πίστευε, παρά στη δύναμη, την υλική και την ηθική. Και, μπροστά στη φοβερή απειλή, που την έβλεπε να ’ρχεται, να ζυγώνει με ραγδαίο ρυθμό, αντίκρυζε γύρω του την αδυναμία και την ηθική αποσύνθεση.
 
Αυτός ήξερε, καλύτερα από κάθε άλλον, εκείνο, που ξεσκεπάστηκε, αργότερα, στα μάτια όλων, όταν το κράτος χρειάστηκε να κινητοποιήσει μια μεγάλη μονάδα, για να πατάξει το Βενιζελικό κίνημα και οι αξιωματικοί της Επιμελητείας μας τρέχανε στα μαγαζιά να ψωνίσουν κουβέρτες και ο πρεσβευτής μας στο Βελιγράδι ζητιάνευε δυο-τρία αεροπλάνα, για να διαλύσει το κράτος τη δύναμη των στασιαστών! Κι όσο για την άλλη δύναμη, του ηθικού, τα συμπτώματα της αποσυνθέσεως, από κάθε άλλη φορά βαρύτερα, έδειχναν και στον πιο ανίδεο πόσο βαθιά είχε υποσκάψει αυτά τα θεμέλια του Έθνους ο πολυχρόνιος διχασμός. Το αίτημα της υλικής και ηθικής προετοιμασίας της Ελλάδος, υψώνετο στη συνείδηση του Μεταξά – συνείδηση πατριώτη και πολεμιστή – κάθετο, επιτακτικό, επείγον. Του είχε γίνει αληθινή αγωνία. Κι ενώ ήταν άνθρωπος κουμπωμένος μέχρι λαιμού και σπάνια φανέρωνε το στοχασμό του, ακόμα και στους πιο δικούς του, μια μέρα τού ξέφυγε, πάνω σε κουβέντα, μ’ άνθρωπο από το πιο στενό του περιβάλλον η φρασούλα:
–Πρέπει να πάρω σύντομα την εξουσία στα χέρια μου!...
 
Βλέποντας τη ζωηρή έκπληξη του συνομιλητή του, έσπευσε να ξανακουμπώσει το κουμπί, που η εσωτερική πίεσή του είχε ξεκουμπώσει για μια στιγμή:
 
–Όνειρα – το γύρισε, γελώντας – τι εξουσία να πάρει κανείς με δυόμιση φίλους!...
 
Μέσα του είχε αποφασίσει από το 1935 τη δικτατορία. Και χωρίς να ’χει καμιά σχετική πληροφορία κανείς, φθάνει να παρακολουθήσει την πορεία του μετά την ιταλική επιδρομή κατά της Αιθιοπίας για να ξεχωρίσει καθαρά την κατεύθυνση προς αυτή τη λύση. Δεν τον έσυραν τα γεγονότα. Αυτός τα οδήγησε προς τα εκεί, με σταθερή θέληση, με καρτερία, με απόφαση και μ’ επιτήδεια εκμετάλλευση των περιστάσεων.
 
Είναι πλάνη χοντρή, που σ’ αυτήν έπεσαν πολλοί, απ’ όσους έγραψαν για το Μεταξά, ότι θέλησε τη δικτατορία γιατί δεν είχε δημαγωγικά προσόντα, τ’ απαραίτητα σ’ έναν κοινοβουλευτικό ηγέτη, για να φθάσει στην εξουσία με τον ομαλό και συνηθισμένο τρόπο. Αυτό θα μπορούσε να σταθεί, αν, στην προσπάθεια να πάρει την Αρχή, το κίνητρό του ήταν η φιλαρχία. Ο Μεταξάς, όμως, όπως θα ιδούμε, στην εξέλιξη αυτής της βιογραφίας, δεν είχε το πάθος της Αρχής. Δεν εδίστασε, κατ’ επανάληψιν να πετάξει αξιώματα ή να μη τα δεχθεί, όταν επρόκειτο να θυσιάσει σ’ αυτά τις πεποιθήσεις του.
 
Αλλά πρέπει να διαλύσω και την άλλη πλάνη, ότι τον έφερε, στην ανάγκη να καθιδρύσει δικτατορία, η εσωτερική κατάσταση, όπως είχε διαμορφωθεί ένα χρόνο αργότερα, δηλαδή το 1936. Δεν τον έπεισαν γι’ αυτό ούτε οι 490 γενικές και μερικές απεργίες, που ’γιναν από τα 1935 ώς τα 1936, αν και είχαν εξαρθρώσει τέλεια το μηχανισμό της εθνικής παραγωγής· ούτε οι αιματηρές συγκρούσεις και η αναρχία της Θεσσαλονίκης· ούτε η κακότυχη σύνθεση μιας Βουλής που το παιγνίδι των κομμάτων στεκότανε στη διαφορά δύο ψήφων (139 με 141) και στην αδυναμία της να δώσει κυβέρνηση.
 
Αυτά όλα ήταν όσο παίρνει ανησυχαστικά και τρομερά που θα ’βαζαν σε βαριά συλλογή οποιονδήποτε άλλον – ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΤΟΝ ΜΕΤΑΞΑ, ΠΟΥ ΥΠΗΡΕΤΟΥΣΑΝ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΠΑΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΒΑΛΕΙ ΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ και που τα εχειρίζετο, μ’ άκρα ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΦΘΑΣΕΙ ΣΤΟ ΣΚΟΠΟ ΤΟΥ. Κι ο σκοπός αυτός ΔΕΝ ΗΤΑΝΕ ΝΑ ΣΩΣΕΙ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΤΑΞΗ, ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.
 
Ο Μεταξάς τέλος – κι αυτό είναι το πιο σημαντικό και το πιο κτυπητό απ’ όλα – δεν είχε καμιά εξαιρετική κλίση προς τον αυταρχισμό, ούτε θαυμασμό στ’ ολοκληρωτικό σύστημα και στους ενσαρκωτές του. Όχι μόνο δεν ξεστόμισε ποτέ λόγια συμπαθείας για τους δικτάτορες, αλλά και δε δίστασε να συμπολεμήσει με τους εχθρούς τους, στ’ όνομα του Έθνους, της ανεξαρτησίας του, και της τιμής του. Η δικτατορία που επέβαλε – μια δικτατορία sui generic – αντιπροσώπευε γι’ αυτόν τρία πράγματα: Οικονομία χρόνου για την επιτάχυνση της εθνικής προπαρασκευής, με συγκέντρωση και αμεσότητα ενεργείας· επιβολή αυστηράς πειθαρχίας στις Εθνικές Δυνάμεις· εξάλειψη του διχασμού κι επίτευξη της εθνικής ενότητος.

Έργο απόλυτα Ελληνικό κι αληθινά σωτήριο που σήμερα κι οι πιο αμετανόητοι ψευτοδημοκρατικοί, δε μπορούν ν’ αρνηθούν την τεράστια σημασία του. Να βιογραφήσω τον εργάτη του, που πρόσφερε σ’ αυτό μέρες αγωνίας και νύχτες αγρύπνιας, που τον έφεραν στον τάφο, να ιστορήσω τα χρόνια της μακράς ετοιμασίας, τους αγώνες και τις περιπέτειας, που πλούτισαν με πολύτιμη πείρα, εσφυρηλάτησαν το χαρακτήρα κι εμόρφωσαν την προσωπικότητά του, δεν είναι μονάχα φόρος οφειλόμενης τιμής στη μνήμη του. Είναι, πιστεύω, κι ένα εθνικό καθήκον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ να γράφετε με Ελληνικούς χαρακτήρες και να είστε κόσμιοι στις εκφράσεις σας. Οποιοδήποτε άλλο σχόλιο με γκρικλις και ξένη γλώσσα θα διαγράφετε. Ευχαριστώ!

Έλληνες-ΑΥΤΗ Η ΓΗ ΕΧΕΙ ΦΩΝΗ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Έλληνες-ΑΥΤΗ Η ΓΗ ΕΧΕΙ ΦΩΝΗ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ