Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Γιατί το Ισραήλ φοβάται τόσο πολύ

Το Ιράν, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η βόμβα
Ariel Ilan Roth

Η κυβέρνηση Ομπάμα ελπίζει ότι η πρόσφατη συμφωνία της με το Ιράν θα κάνει τη Μέση Ανατολή πιο σταθερή. Αλλά είναι τουλάχιστον εξίσου πιθανό και το αντίθετο αποτέλεσμα. Για το Ισραήλ, ιδίως, η συμφωνία είναι κακός οιωνός - όχι λόγω των όσων σημαίνει για την προοπτική τού Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, αλλά εξαιτίας αυτών που πολλοί φοβούνται ότι σημαίνει για την δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών στην ασφάλεια του Ισραήλ. 

Εκτός από την πεποίθηση ότι η συμφωνία δεν είναι καλή, οι Ισραηλινοί υποπτεύονται ότι η επιδίωξή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες σηματοδοτεί το τέλος τής βαθιάς εμπλοκής των ΗΠΑ στην περιοχή, στην οποία το Ισραήλ από καιρό βασιζόταν για να βγαίνει από την απομόνωσή του. Χωρίς το αμερικανικό δίχτυ ασφαλείας, το Ισραήλ θα μπορούσε τώρα να αψηφήσει τις προσδοκίες των ΗΠΑ και να προσπαθήσει να ασχοληθεί με τις αναδυόμενες απειλές προληπτικά, δυσανάλογα, και εντελώς μονομερώς.

Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, το Ισραήλ δεν ήταν ποτέ πιο ασφαλές. Η συνθήκη ειρήνης με την Αίγυπτο, ο ακρογωνιαίος λίθος τής ασφάλειας του Ισραήλ στα τελευταία 30 χρόνια, επέζησε μέσα από μια περίοδο αβεβαιότητας κατά την ισλαμιστική διακυβέρνηση στην Αίγυπτο και τώρα διαφυλάσσεται για μια ακόμη φορά από μια αιγυπτιακή στρατιωτική κυβέρνηση που μοιάζει αποφασισμένη να παραμείνει στην εξουσία. Η ειρήνη με την Ιορδανία φαίνεται τόσο ανθεκτική όσο ποτέ, και ανατολικότερα, το Ιράκ βρίσκεται δεκαετίες μακριά από το να ξαναχτίσει έναν αρκετά ισχυρό στρατό ώστε να απειλήσει το Ισραήλ. Τα γεγονότα στην Συρία είναι ακόμη πιο επωφελή. Ο πρόεδρος της Συρίας, Μπασάρ αλ-Άσαντ, απογυμνωμένος από χημικά όπλα – την φτωχική απάντηση στο εντυπωσιακό πυρηνικό οπλοστάσιο του Ισραήλ - φαίνεται πιθανό να επιβιώσει από τον εμφύλιο πόλεμο στην χώρα του. Τα Υψώματα του Γκολάν, υπό τον έλεγχό του, πιθανώς θα παραμείνουν ήσυχα, και θα περάσει πολύς καιρός πριν ο συριακός στρατός μπορέσει να απειλήσει το Ισραήλ.

Παρά αυτές τις αντικειμενικά καλές συνθήκες, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Βενιαμίν Νετανιάχου έφτασε στο σημείο να επικρίνει στις προεκλογικές συζητήσεις την υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ ενδιάμεση συμφωνία ως φρικτά λανθασμένη πολιτική που θα οδηγήσει σε ενδεχόμενη ανάδειξη του Ιράν ως πυρηνική δύναμη. Η αντίδραση του Ισραήλ δεν θα πρέπει να αποτελεί έκπληξη, δεδομένου ότι είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός η έντονη αντίθεση της χώρας [1] στην προοπτική οποιασδήποτε άλλης πυρηνικής δύναμης στην περιοχή της. Η Ισραηλινή επιδρομή στο Ιράκ το 1981 και τη Συρία, το 2007, αμφότερες με στόχο να καταστρέψουν μια εκκολαπτόμενη πυρηνική υποδομή, έχουν αποδείξει του λόγου το αληθές. Το γεγονός ότι το Ισραήλ δεν έχει ακόμη ξεκινήσει μια παρόμοια επιδρομή κατά του Ιράν είναι πιθανό μια αντανάκλαση τεχνολογικών και πολιτικών προβλημάτων - τόσο στο εσωτερικό όσο και διεθνώς - που θα συνεπαγόταν μια επίθεση στο Ιράν.

Για να καταλάβουμε το γιατί, θα πρέπει να ανατρέξουμε στο παρελθόν. Ο πρώτος πρωθυπουργός τού Ισραήλ, Ντέιβιντ Μπεν Γκουριόν, πίστευε ότι (δεδομένης της θέσης τού Ισραήλ ως ένα μικρό και περιφερειακό μη καλοδεχούμενο εβραϊκό κράτος σε μια κατά τα άλλα μουσουλμανική περιοχή) η ασφάλεια της χώρας του απαιτεί την προστασία μιας υπερδύναμης. Παρά το γεγονός ότι το Ισραήλ θα πρέπει πάντα να πολεμά τους δικούς του πολέμους, πίστευε ότι ένας προστάτης θα μπορούσε να παρέχει τα όπλα για την διεξαγωγή τους και τους διπλωματικούς πόρους για την προστασία των ωφελημάτων που απορρέουν από αυτούς. 

Ιστορικά, η πολιτική ασφάλειας του Ισραήλ ήταν πιο συγκρατημένη, όταν η σχέση του με την προστάτιδα υπερδύναμη ήταν ισχυρή. Για παράδειγμα, η αποδοχή από το Ισραήλ ενός πρόωρου τερματισμού των εχθροπραξιών στην περιοχή τού Σινά τον Οκτώβριο του 1973 ήρθε κατ’ εντολήν των Ηνωμένων Πολιτειών, με τις οποίες οι δεσμοί δεν υπήρξαν ποτέ ισχυρότεροι. Το ίδιο έκανε και όταν συγκρατήθηκε απέναντι στις ρίψεις ιρακινών πυραύλων Scud το 1991. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η συμπεριφορά τού Ισραήλ εξελίχθηκε ενάντια στις πολιτικές που προτιμά συνήθως. Στην πρώτη περίπτωση, η λήξη των εχθροπραξιών πριν το Ισραήλ περικυκλώσει τελείως και εκδιώξει τις αιγυπτιακές δυνάμεις από την ανατολική όχθη του Σινά έδωσε στον Αιγύπτιο πρόεδρο Ανουάρ αλ Σαντάτ την πολιτική νίκη που επιζητούσε. Στη δεύτερη, το ότι το Ισραήλ δεν προχώρησε σε αντίποινα έναντι των ιρακινών Scuds αναμφισβήτητα ενθάρρυνε οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ, η Χαμάς και η Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ να πιστεύουν ότι η δέσμευση του Ισραήλ για αιματηρές τιμωρίες, που είχε εδραιωθεί στην δεκαετία του 1950, είχε αρχίσει να φθίνει.

Αντιπαραθέστε την συμπεριφορά τού Ισραήλ στις δύο αυτές περιπτώσεις με την πολιτική του τον Μάιο του 1967, όταν το Ισραήλ αισθάνθηκε εγκαταλελειμμένο από την προστάτιδα υπερδύναμη. Μετά το κλείσιμο των Στενών τού Tiran από τον πρόεδρο της Αιγύπτου, Γκαμάλ Αμπντέλ Αλ-Νάσερ, το Ισραήλ ζήτησε την διαβεβαίωση του παραδοσιακού εταίρου του, της Γαλλίας, είτε ότι θα πιέσει την Αίγυπτο να ανοίξει τα στενά είτε ότι θα σταθεί στο πλευρό τού Ισραήλ, εάν αυτό προσπαθήσει μόνο του να ανοίξει εκ νέου τα στενά. 

Ο Γάλλος πρόεδρος Σαρλ ντε Γκωλ, προσπαθώντας να αναστηλώσει την φήμη τής Γαλλίας στη Μέση Ανατολή μετά τον -ακραίας βίας- αλγερινό εμφύλιο πόλεμο, απέρριψε το αίτημα. Καθώς ούτε το Ηνωμένο Βασίλειο ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες προσέφεραν στο Ισραήλ μια θέση κάτω από την αμυντική τους ομπρέλα, το Ισραήλ βρέθηκε, σύμφωνα με την Γκόλντα Μέιρ, η οποία αργότερα έγινε πρωθυπουργός του, απελπιστικά μόνο. Η αντίδραση του Ισραήλ στην αίσθηση της βαθιάς απομόνωσης ήταν ένας παροξυσμός βίας που, στη διάρκεια έξι ημερών, άλλαξε τη Μέση Ανατολή και δημιούργησε προβλήματα για το Ισραήλ και για τον υπόλοιπο κόσμο που παραμένουν άλυτα μέχρι και σήμερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ να γράφετε με Ελληνικούς χαρακτήρες και να είστε κόσμιοι στις εκφράσεις σας. Οποιοδήποτε άλλο σχόλιο με γκρικλις και ξένη γλώσσα θα διαγράφετε. Ευχαριστώ!

Έλληνες-ΑΥΤΗ Η ΓΗ ΕΧΕΙ ΦΩΝΗ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Έλληνες-ΑΥΤΗ Η ΓΗ ΕΧΕΙ ΦΩΝΗ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ