Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

ΝΙΚΟΣ ΤΣΙΦΟΡΟΣ ΒΙΒΛΙΚΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ - ΠΟΙΟΣ ΘΑ 'ΡΘΕΙ ΣΤΑ ΠΡΑΜΑΤΑ


ΝΙΚΟΣ ΤΣΙΦΟΡΟΣ ΒΙΒΛΙΚΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ

ΠΟΙΟΣ ΘΑ 'ΡΘΕΙ ΣΤΑ ΠΡΑΜΑΤΑ


Ένας καρυδάτος τζίτζικας ξελαρυγγιαζότανε πάνω στο κλα­δί του και κάτου στη γη ακούγανε τους γιαρέδες του και μαστουρώνανε τα ταπεινά χαμομήλια. Όμως, χώρια απ' αυτά, χαιρότανε όλο το Ισραήλ τη μεγάλη του νίκη, έπεσε ο γίγα­ντας Γολιάθ από τη σφεντόνα του τσοπανόπουλου, κι έγινε πια ο μικρός το είδωλο του λαού και «εξήλθον αι χορεύουσαι εις συνάντησιν Δαβίδ, εκ πασών πόλεων, εν τυμπάνοις και εν χαρμόσυνη και εν κυμβάλοις», μικρό δεν ήτανε να νικήσουμε έτσι γρήγορα τον Φενιστείμ κι ευτυχώς που βρέθηκε αυτό το παιδάκι και τους γλί­τωσε, γιατί μπορεί ο βασιλιάς ο Σαούλ να τους «επάταξεν εν χιλιάσιν», αλλά ο Δαβίδ τους έφαγε «εν μυριάσιν», δηλαδή δέκα φορές πάνω από τον Σαούλ άξιζε τούτος εδώ.


Τέτοια χαμπάρια φτάσανε στ' αυτιά του Σαούλ, τέτοια έλεγε ο λαός, κι άμα ο λαός λέει για κάποιον ότι αξίζει παραπάνω από το βασιλιά του και φτάσει στ' αυτιά του βασιλιά το μαντάτο, καλά δεν πάνε τα πράματα. Να σηκωθεί τώρα η ουρά να φάει το κεφά­λι, να είναι άλλος το είδωλο και άλλος να κάθεται στο θρόνο και να τυχαίνει κι από πάνου να βγει έξυπνος αυτός ο άλλος και να σου πάρει το λουφέ μέσ' από τα χέρια, δε γίνεται. Καλός, βέβαια, ο Δαβίδ, χαλάλι του ό,τι έκανε, αλλά ίσαμε δω και μη παρέκει. Το σημερινό το «ζήτω» το μικρό, αύριο θεριεύει και μεθαύριο γίνε­ται καταρράκτης και σε παίρνει στο κύλισμα του κι άντε να στα­θείς. Γιατί ο λαός είναι μυστήριος. Σήμερα σε προσκυνάει κι αύ­ριο σε παλουκώνει. Σήμερα σε ψηφίζει κι αύριο σε περνάει γενεές δεκατέσσερις. Ν' ανέβεις στο σβέρκο του δεν είναι και τόσο σπου­δαίο. Να κρατηθείς είναι δύσκολο.
Κορόιδο δεν ήτανε ο Σαούλ. Ομορφάντρας, καλοφτιαγμένος, έξυπνα την πήρε την αρχή, και αν δεν ερχόντουσαν ζαβά να γίνει κείνη η φασαρία με τους Φιλισταίους τους προδότες και τους εχθρούς, ακόμα θα καθότανε ν' αλωνίζει κατά το γούστο του. Όμως καμιά φορά, νά! Ξεπετάγεται στη μέση ένας που ούτε τον λογά­ριαζες αν υπήρχε, γίνεται πρόσωπο από τη μια μέρα στην άλλη, τον θέλει ο κόσμος και σε βάζει σε μπελάδες.
149

O πιο σωστός δρόμος είναι νά 'σαι πραγματικά ο καλύτερος και να σε θέλουνε οι δικοί σου με την αξία σου. Δε γίνεται πάντα όμως έτσι, τις περισσότερες φορές ήρθες στην εξουσία γιατί σε βοήθη­σε η τύχη και τα τρίτσα-κάτσα σου. Και τότε, άμα ξεπεταχτούνε αντίπαλοι και γυρεύουνε να σε κατηγορήσουνε, τι κάνεις; Φρο­ντίζεις να τους εξουδετερώσεις. Ή κάνεις καμιά ματσαράγκα και τα καταφέρνεις ή ακολουθάς κείνο το δρόμο που, χιλιάδες χρόνια αργότερα, τον έγραψε ο Μακιαβέλλι στον «Ηγεμόνα» του. Τον βγάζεις από τη μέση τον αντίπαλο και κοιμάσαι ήσυχος.
Δεν τον είχε, βέβαια, διαβάσει τον Μακιαβέλλι ο Σαούλ και δεν είν' απίθανο να διαβάσει τον Σαούλ ο Μακιαβέλλι. Όμως οι δυο αυτοί, χωρισμένοι από τόσους αιώνες, συναντηθήκανε στη σκέψη. Και εφοβήθη Σαούλ από προσώπου Δαβίδ, και σου λέει, «άσε να μην το δείξω κι αμέσως ότι θα τον φάω τώρα που είναι στις δόξες του και τα πληρώσω μαζεμένα» και «εποίησεν αυτόν χιλίαρχον», τον έκανε δηλαδή συνταγματάρχη.
Νάσου τον, λοιπόν, με τα σπιρούνια και με τα χρυσά του ο Δα­βίδ να κάνει τσάρκες στο δρόμο, καμαρωτός και πετεινάτος. Νά­σου κι ο λαός να τον καμαρώνει, «ο παλικαράς μας και το καμά­ρι μας», νάσου και τα κορίτσια να λιγώνουνε τα μάτια τους «και πας Ισραήλ και Ιούδας ηγάπα τον Δαβίδ», έτσι που τον έβλεπε να σουρταφέρνει, δηλαδή χειρότερα τά 'κανε ο Σαούλ με το συνταγματαρχηλίκι που τού 'δωσε.
Δε φτάναν όλ' αυτά, πετάχτηκε στη μέση κι η Μελχόλ, η κορού­λα του βασιλιά. Πήγε στον πατέρα της το τέλι, «η κόρη σου κι ο μικρός τ+*#ς συγχωρείτε Μεγαλειότατε, αλλά κάτι εργολαβία ψήνουνε», και δαγκώθηκε ο Σαούλ. Δηλαδή τώρα τι γίνεται; Θα μας βάλει χέρι και στο παλάτι το τσοπανόσκυλο;
Να τον φάει ξαφνικά; Μάλιστα, αλλά ο φόβος φυλάει τα έρη­μα. Εκείνος ο λαός, άτιμο πράμα, άμα θυμώσει δεν αστειεύεται. Και ούτε γίνεται να του πάρεις τον άνθρωπο που λατρεύει και να τον καθαρίσεις γιατί φοβάσαι εσύ! 0 καλύτερος δρόμος να γονα­τίσει ο πιο αδύνατος, είναι η πονηριά. Φοοναξε ο Σαούλ τους «παίδας αυτού», τους ανθρώπους του
δηλαδή.
-Πέστε στο συνταγματάρχη Δαβίδ να παρουσιαστεί αύριο ενώ­πιον μας, έχω να του πω δυο κουβέντες. Και πού 'σαστε, παιδιά! Ρίχτε και τίποτα πόντους ότι τα ξέρω για την κόρη μου κι ότι, τέλος πάντων, ένας άντρας της πέφτει, ας τον πάρει, διότι, πέστε του, στην καρδιά μου μέσα τον έχω το νεαρό και πολύ γουστάρω να συμπεθερέψουμε. Καταλάβατε;
Τά 'πανε, λοιπόν, οι παίδες Σαούλ «τα ρήματα ταύτα» και κα-τακοκκίνησε ο άπραγος τότε Δαβιδάκος. «Εγώ ο τσοπάνης να πά­ρω την κόρη του βασιλιά; Από πού κι ώς πού;» Και τότε του 'ρθε του Σαούλ η μεγάλη ιδέα.
-Εγώ σου λέω ότι είσαι άξιος. Λοιπόν, για να μου τ' αποδείξεις, νά τι θα κάνεις: Θα πάρεις τους άντρες σου και θα πας να μου φέ­ρεις εκατό... εκατό μεγάλα δάχτυλα από φαντάρους του εχθρού. * Και θα δεις ότι για να σε διαλέξω γω για γαμπρό μου, θα πει ότι αξίζεις.
Έφυγε ο σπιρουνάτος Δαβίδ να πάει να φέρει τα εκατό... με­γάλα δάχτυλα και συλλογιζόταν ο Σαούλ: «Τώρα θα πάει το κο­ρόιδο να πέσει μέσα στη λούμπα. Γιατί θα τον πιάσουνε οι Φιλιστείμ και θα μου τον στείλουνε πετρωμένο».
Όμως ο πόλεμος τον είχε κάνει πονηρό τον συνταγματάρχη. Αντί να πάει να πέσει στο δόκανο, έστησε παγάνα εκείνος. Κι έπιασε εκατό φανταράκια που δε φταίγανε και έκοψε ό,τι ήτανε να κόψει, τά 'βαλε σε μια σακούλα και παρουσιάστηκε «ευλαβώς, αναφε­ρών ότι τα δάχτυλα ήτανε στη διάθεση της Μεγαλειότητας του, ίνα τα χρησιμοποιήσει όπου δει».
Τώρα είναι που τα χρειάστηκε περισσότερο ο βασιλιάς. Όχι μόνο δεν έπιασε το κόλπο, αλλά κι ο Δαβίδ αποδείχτηκε περισσότερο παλικαράς στα μάτια του κόσμου. Κι επειδή ένας δυνατός δε δίνει ποτέ το λόγο του, κι αν γελαστεί και τον δώσει, τον κρατάει, έστω και με ζημιά του, φώναξε τη Μελχόλ και τους ένωσε τα χέρια. -Άντε, πάρτηνε, λεβέντη μου, και χαλάλι σου. Νάτοι, λοιπόν, πεθερός και γαμπρός οι αντίπαλοι. Φώναξε «ού­ρα!» ο λαός, έφαγε και γλέντησε στη στέψη και έλεγε, «εντάξει ο βασιλιάς μας, τον αγαπάει τον Δαβίδ το στρατηγό μας, δυο μεγά­λοι άντρες στο κεφάλι μας, περισσότεροι φόροι μεν, αλλά όσο νά 'ναι, σωθήκαμε».
Ευχαριστημένος κι ο Σαούλ από την άλλη μεριά. Τώρα που πή­ρε την κόρη μου, μπορώ να τον βγάλω από τη μέση. Τι θα πούνε; Τον καθάρισε ο Σαούλ που τον έκανε γαμπρό του; Αδύνατον. Φώναξε, λοιπόν, τον Ιωνάθαν το γιο του και τ' άλλα του τα λυκόπουλα και τους έδωσε εντολή.
ΒΙΒΛΙΚΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ
151
-Το γαμπρό μας, έτσι και του κόψετε το δρόμο προς την πρόο­δο, ε, δε θά 'τανε κι άσχημα.
Έτυχε τώρα ο Ιωνάθαν νά 'ναι φιλαράκοι με τον Δαβίδ. Μαζί τα πίνανε, μαζί κάναν τις μπερμπαντιές τους, ήτανε και λίγο μάπας ο γιος του βασιλιά, τον έπιασε τον τρυφερό και πάει στο Δαβίδ.
-Καλά περνάς με την αδερφή μου;
-Φίνα! είπε ο Δαβίδ. Μου φτιάχνει ένα χαλβά της Ρήνας, να γλεί­φεις τα δάχτυλα σου!
-Ε, λοιπόν, άμα σ' αρέσει ο χαλβάς της Ρήνας, έκανε ο Ιωνάθαν, άντε κρύψου, γιατί έτσι και δεν κρυφτείς, άμα ξαναφάς χαλβά, εμένα να μου τρυπήσεις τη μύτη.
-Τι γίνεται;
-Ο μπαμπάς. Επιμένει σώνει και καλά να σε κάνουμε πτώμα.
-Τι λες ρε;
-Λόγω τιμής.
Τα χρειάστηκε ο συνταγματάρχης. Εδώ δεν είναι ο μπουνταλάς ο Γολιάθ να του τραβήξεις μια σφεντονιά στο δοξαπατρί και να καθαρίσεις. Εδώ είναι βασιλικά φουσάτα. Πήγε, λοιπόν, στα κτή­ματα και κρύφτηκε μέσα στα βάτα. Και πήγε ο Ιωνάθαν στον πα­τέρα του.
-Καλό παιδάκι είναι το Δαβιδάκι, γιατί να το σφάξουμε σα χηνόπουλο;
«Μάπα γιο έβγαλα», σκέφτηκε πάλι ο Σαούλ κι έκανε την πάπια.
-Καλά, ρε συ! Πες του νά 'ρθει στο σπίτι να φάμε το βράδυ. Θα του μαγειρέψω τας-κεμπάμπ με πιλάφι.
Έτρεξε στο χτήμα ο Ιωνάθαν, σφύριξε κλέφτικα και ξεμύτισε από την κρυψώνα του ο Δαβίδ.
-Εντάξει. Τα κανόνισα.
Ξουρίστηκε, λοιπόν, στον μπαρμπέρη ο Δαβίδ, έβαλε καθαρό πουκάμισο, είπε να πλύνει και τα ποδάρια του, αλλά μια και δεν είναι πολύ της μόδας, το ανέβαλε και νάσου τον με τα πρώτα αστέρια στο παλάτι.
-Καλώς τόνε και σίδερο στην πόρτα, γέλασε ο Σαούλ και χτύ­πησε να τους φέρουνε να φάνε.
Εκεί, λοιπόν, που στρώνανε το τραπέζι, πήρε ένα ακόντιο από τον τοίχο κι έκανε δήθεν ότι το κοιτάει ο Σαούλ και, ξαφνικά, όπως γίνεται με τα κυνηγετικά δυστυχήματα, κάνει έτσι και του το σφυ­ρίζει του γαμπρού κατάμουτρα.

152
ΝΙΚΟΣ ΤΣΙΦΟΡΟΣ
Θες τώρα γιατί έτρεμε το χέρι του, θες γιατί ήτανε κουμπούρας από σημάδι, έφυγε το δόρυ και «επάταξεν εις τον τοίχον». Και από την άλλη μεριά, ο γενναιότατος συνταγματάρχης, πού 'ρθε για τας-κεμπάμπ και παρά λίγο να γίνει ο ίδιος ντονέρ-κεμπάμπ, κά­νει μια μπραφ και πηδάει από το παράθυρο.
Φύγετε ποδαράκια μου να μην... και τα λοιπά, έφτασε με την ψυ­χή στα δόντια στο σπίτι του. Τον είδε η Μελχόλ και κατατρόμαξε.
-Τι έγινε; Εσύ έχασες το χρώμα σου.
-Αυτό κι αυτό.
Από την άλλη μεριά στο παλάτι, ο Σαούλ, πάει πια, ξεσκεπά­στηκε. Ούτε αναβολές σήκωνε, ούτε δικαιολογίες ή φτιάξη. Τώρα έπρεπε να τελειώνουνε οπωσδήποτε. Αύριο, άμα γινότανε το πρά­μα γνωστό, μπορεί να ξεσηκωνότανε η πλέμπα. Φώναξε, λοιπόν, τους δικούς του.
-Να πάτε σπίτι του να του κάνετε μπλόκο.
-Μάλιστα, έννοια σας.
-Κι άμα κλείσετε καλά όλα τα περάσματα, μπάτε μέσα και τε­λειώνετε.
-Αι διαταγαί σας θα εκτελεσθούν κατά γράμμα.
Σιγά, λοιπόν, σκιές αθόρυβες, ζώσανε το σπίτι τα πρόσωπα. Όμως μέσα από τα παντζούρια το μάτι του Δαβίδ τους έκοψε. Μαθημένος απάνω στις βοσκές, έβλεπε τ' αερικά. Φώναξε τη γυ­ναίκα του.
-Τώρα τι γίνεται;
Έξυπνη η Μελχόλ, ε, διάολε, μέσα στο παλάτι μεγαλωμένη, ήξε­ρε από τερτίπια. Κάπου από το νεροχύτη έβγαινε ένα πέρασμα. Τον έφερε και του τό 'δειξε.
-Στρίβε από δω.
-Κι αν με βρούνε;
-Έτσι κι αλλιώς χαμένος. Στρίβε κι εγώ θα κοιτάξω να κερδίσω καιρό.
-Πώς ρε γυναίκα;
-Με τη γίδα που σφάξαμε, έννοια σου ξέρω.
Λούης λοιπόν ο Δαβίδ. Βγήκε, πέρασε από τον κλοιό και την κο­πάνησε. «Απήλθεν και έφυγεν και σώζεται». Πάει.
Πιάνει τώρα η Μελχόλ τη γίδα τη σφαγμένη και της βγάζει τη συκωταριά. Την τυλίγει μέσα σε σεντόνια και τη φτιάνει στο κρε­βάτι έτσι έναν μπόγο σα να κοιμάται άνθρωπος. Όποιος έμπαινε
στην κρεβατοκάμαρα θα νόμιζε ότι κοιμάται κουκουλωμένος ο ηρωικός συνταγματάρχης. Για καλό και για κακό τον έντυσε τον μπόγο της και με μια νυχτικά πλουμιστή και με ούγια.
Κατά τα μεσάνυχτα οι λεβέντες χτυπήσανε την πόρτα.
-0 κύριος Δαβίδ παρακαλώ;
-Κοιμάται.
-Να τον ξυπνήσετε. Τον θέλει η Μγαλειότης του.
-Μάλιστα, αλλά μού 'πε στις εφτά και τέταρτο. Βλέπετε δεν έχουν ανακαλυφθεί και τα ξυπνητήρια και κάθομαι μπάστακας.
- Να τον ξυπνήσετε, μαντάμ, γιατί αν δεν πάτε σεις, θα πάμε μεις. :
-Πώς θα μπείτε στο ξένο σπίτι; Εφοριακοί είσαστε να μας κά­νετε έλεγχο στα βιβλία;
-Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, έκανε ο επικεφαλής. Εμείς θα μπούμε και μη σας κακοφανεί, αλλά έχουμε εντολή.
Μπήκανε λοιπόν στο δωμάτιο, είδανε το ανδρείκελο και σου λέει «τώρα τι να τον κουβαλάμε και να φωνάζει κιόλας;» Βγάλανε τα σπαθιά τους και «χλατς» την περιποιηθήκανε την κατσικοσυκωταριά.
Τρέξανε κατενθουσιασμένοι στον Σαούλ, «έγινε Μεγαλειότα­τε». Κι ο Σαούλ, είχε και αϋπνίες, χαμογέλασε και τράβηξε να δει με τα μάτια του και να κοιμηθεί πια ήσυχος. Έφτασε στο σπίτι της κόρης του λοιπόν, μπήκε στην κάμαρα, σήκωσε το σεντόνι και βρή­κε τον μπόγο με τα αίματα.
Τη Μελχόλ την άρπαξε από το λαιμό.
-Τι ήταν αυτό που μού 'κανες, κακούργα;
-Τι φταίω εγώ, μπαμπά, μυξοκλαψούρισε το κορίτσι. Άμα δεν έκανα όπως μού 'πε θα με σκότωνε.
0 Δαβίδ στο μεταξύ είχε πάει στην Αρμαθαίμ
κι από κει έφτια­σε τους πρώτους λόχους του για την επανάσταση. Κι αργότερα, πολύ αργότερα, ο Δαβίδ, το τσοπανόπουλο, έφαγε τον Σαούλ το βασιλόπουλο, γιατί όποιος ξεκινάει πονηρά, πονηρά τελειώνει και γιατί εκείνος που δεν τον λογαριάζεις, σου τρώει τις πιο πολλές φορές το κεφάλι.

αναρτήθηκε από endymion

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ να γράφετε με Ελληνικούς χαρακτήρες και να είστε κόσμιοι στις εκφράσεις σας. Οποιοδήποτε άλλο σχόλιο με γκρικλις και ξένη γλώσσα θα διαγράφετε. Ευχαριστώ!

Έλληνες-ΑΥΤΗ Η ΓΗ ΕΧΕΙ ΦΩΝΗ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Έλληνες-ΑΥΤΗ Η ΓΗ ΕΧΕΙ ΦΩΝΗ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ